Τρίτη, 2 Νοεμβρίου 2010

Μαραμπού (Ν. Καββαδίας)


Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ' ένα τρόπον ύπουλο μισώ
κι ότι μ' αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.

Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό,
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.

Ακόμα, λένε πράματα φριχτά πάρα πολύ,
που είν' όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν το 'μαθε, γιατί δεν το 'πα σε κανένα.

Μ' απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω στο χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.

Ήμουνα τότε δόκιμος σ' ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα - σαν άνθος έμοιαζε αλπικό -
και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.

Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου όπου 'χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τηνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.

Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ' τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.

Ένα μικρό της πέρασα σταυρό απ' το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ' αυτήν που θα 'φευγε, την πόλη.

Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μες στην καρδιά της Άμμου.

Νομίζω πως θε να 'πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.

Θα προχωρήσω!...Μια βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζιν και μπύρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.

Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ' άρπαξ' απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ' τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.

Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές,
"μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της".
Όταν την είδα και στο φως τα' αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ' ένα δέος αλλόκοτο, σαν να 'χα φοβηθεί,
το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.
Δώδεκα φράγκα γαλλικά... Μα έβγαλε μια φωνή,
κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μια το πορτοφόλι μου... Μ' απόμεινα κι εγώ
έναν σταυρό απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.
Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
σέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.
Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό,
μ' αν ήξερα οι δύστυχοι, θα μ' είχαν συχωρέσει...
Το χέρι τρέμει... Ο πυρετός... Ξεχάστηκα πολύ
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω...
Σήμερα, το τραγούδι με το οποίο θα ασχοληθούμε είναι σε ποίηση του Νίκου Καββαδία. Το συγκλονιστικό αυτό ποίημα μας έρχεται από την ποιητική συλλογή "Μαραμπού" κάπου στο 1933. Όπως μας έχει συνηθίσει ο ποιητής σε βιωματικές ιστορίες από τις θάλασσες που έχει ταξιδέψει, έτσι και στο "Μαραμπού" μας διηγείται μία ιστορία που βασίζεται στην γνωριμία ενός ναυτικού με μία μοναδική γι' αυτόν κοπέλα. Αλλά πως τα φέρνει η μοίρα, η τύχη, ή όπως θέλετε πείτε το, αυτοί οι δύο ξανασυναντιούνται ύστερα από χρόνια. Εν τω μεταξύ τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά από την πρώτη τους γνωριμία και όταν καταλαβαίνουν με ένα τραγικό τρόπο ότι είναι αυτά τα ίδια πρόσωπα που είχαν αλληλο-αγαπηθεί πριν χρόνια, αυτή τους η συνάντηση αλλάζει για πάντα τη ζωή τους. Τόσο αληθινό και συνταρακτικό ποίημα που νιώθεις πραγματικά πως ώρες ώρες είσαι έρμαιο των συγκυριών. Το ποίημα "Μαραμπού" έχει μελοποιηθεί, εκτός άλλων, και από την Μαρίζα Κωχ. Η ερμηνεία της οποίας στο τραγούδι είναι αδιαμφισβήτητα από τις ωραιότερες που μπορούμε να συναντήσουμε. Με σεβασμό, απλότητα και λυρισμό ερμηνεύει τα λόγια του Νίκου Καββαδία. Βέβαια μια πολύ ωραία προσπάθεια έχουν κάνει και οι Social Waste σε μια τελείως διαφορετική προσέγγιση. Οι Social Waste ήταν ένα Lowbap συγκρότημα που κάπου στο 2001 είχε βγάλει έναν δίσκο με τίτλο "Ήταν ταξίδι". Μέσα σε αυτόν τον δίσκο βρίσκεται και το "Μαραμπού". Σε αυτή τη προσπάθεια των παιδιών μπορούμε να δούμε πως το hip - hop δένει άρτια με την ποίηση. Πόσο μάλλον όταν η ποίηση έχει θέμα, που από μόνο του βγάζει πάθος και δυναμισμό. Τότε συνδυάζεται ιδανικά με το συγκεκριμένο μουσικό είδος, χωρίς να υφίσταται κανένα ίχνος ιεροσυλίας και όλων αυτών που ειπώνονται συνήθως σε παρόμοιες προσεγγίσεις. Σε αντίθεση βέβαια έρχεται το συγκρότημα των Πυξ Λαξ, αρκετά σημαντικό συγκρότημα, άσχετα αν δεν είμαι φαν της μουσικής τους ρουτίνας. Το εν λόγω συγκρότημα σαφώς επηρεασμένο από του ποίημα του Καββαδία, έφτιαξε ένα τραγούδι με τίτλο "Λένε για μένα". Σας παραθέτω μέρος των στίχων του τραγουδιού των Πυξ Λαξ για να δείτε μόνοι σας την ομοιότητα. "Λένε για μένα οι όμορφες που ζήσαμε μαζί, πώς είμαι ένα αδιόρθωτο ρεμάλι τελειωμένο. Πως μια κατάρα έχω βαριά και μέσα μου θα ζει, να με κρατά στη μοναξιά σκληρά φυλακισμένο". Προς Θεού, δεν λέω ότι οι άνθρωποι έκλεψαν το ποίημα ή κάτι τέτοιο. Απλά θεωρώ ότι θα μπορούσαν όταν το τραγούδαγαν live ή όταν το ερμήνευαν στα τόσα μουσικά κανάλια που έβγαιναν κατά καιρούς να κάνουν μια αναφορά στο ποίημα προκειμένου να ενδιαφερθεί περισσότερος κόσμος για την ποίηση του Νίκου Καββαδία. Κρίμα, γιατί είναι φανερό πόσο ο Καββαδίας τους επηρέασε και δεν ωθούσαν και άλλο κόσμο σε αυτή τη κατεύθυνση. Καμία σχέση δεν έχει βέβαια το μοναδικό αυτό ποίημα με τα στιχάκια των συμπαθέστατων Πυξ Λαξ. Μιας και θεωρώ ότι αξίζει κανείς να ακούσει και τις δύο μελοποιήσεις του ποιήματος, σας τις παραθέτω.

                                 Ακούστε το (Μαρίζα Κωχ)

 

 Ακούστε το (Social Waste)




5 σχόλια:

  1. Από τα πιο ωραία τραγούδια που έχω ακούσει. Πολύ καλή και η εκτέλεση των Social Waste.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Θα συμφωνήσω μαζί σου πρόκειται για ένα καταπληκτικό ποίημα. Όσον αφορα την εκτέλεση των social waste είναι κάτι τελείως διαφορετικό από τη Μαρίζα Κωχ. Απλά πρέπει να πω ότι αν δεν ήταν τόσο δυνατοί οι στίχοι η προσπάθεια των social waste κατ' εμέ δεν θα μπορούσε να σταθεί.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. υπαρχει μια εκπληκτικη διασκευη ολοκληρου του ποιηματος απο τους Ευδαιμονες και Δημητρης μητσοτακης.παιζεται μονο στα λαιβ και θα το βρειτε στο γιουτιουμπ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Από τους ευδεμονες κ τον Δ. Μητσοτακη είναι μία πραγματικά αξιόλογη ερμηνεία!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Η εκτέλεση της Κωχ είναι μοναδική, τον Μητσοτάκη τον έχω δει live και είναι εξαιρετικος αλλά και οι social waste τα σπάνε

    ΑπάντησηΔιαγραφή